Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Το DDT εξακολουθεί να δηλητηριάζει.

Ρυπασμένα με εντομοκτόνα της γενιάς του DDΤ, που σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται εδώ και τουλάχιστον 35 χρόνια, εξακολουθούν να είναι τα νερά σε κάποιες λίμνες και ποτάμια της Ελλάδας.

Ήταν μια αναπάντεχη όσο και ανησυχητική διαπίστωση για τους επιστήμονες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων που πραγματοποίησαν μια μεγάλη έρευνα για τις συγκεντρώσεις φυτοφαρμάκων στα επιφανειακά νερά της Ελλάδας. Την ίδια έκπληξη μάλιστα δοκίμασαν και αρκετοί ειδικοί που πριν από μερικές ημέρες παρακολούθησαν τα αποτελέσματα της ερευνητικής εργασίας στο πλαίσιο του συνεδρίου που διοργάνωσε η Ένωση Ελλήνων Χημικών στην Αθήνα με τίτλο «Τρόφιμα και Περιβάλλον».

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ.κ. Ιωάννης Κωνσταντίνου, Δήμητρα Χελά και Τριαντάφυλλος Αλμπάνης ανακοίνωσαν ότι σε κάποιες λίμνες και ποτάμια στη Βόρεια Ελλάδα που βρίσκονται κοντά σε περιοχές οι οποίες είναι καλλιεργούμενες εδώ και πολλά χρόνια, υπήρχαν υπολείμματα του απαγορευμένου φυτοφαρμάκου DDΤ. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την έκπληξη των επιστημόνων γιατί έχουν περάσει τουλάχιστον 35 χρόνια από τότε που έπαψε να χρησιμοποιείται το επικίνδυνο αυτό χημικό προϊόν. Ήταν μάλιστα τόσο ισχυρό παρασιτοκτόνο, ώστε είχε ενοχοποιηθεί τη δεκαετία του 1970 και μεταγενέστερα ακόμη και για την πρόκληση καρκίνου. Η αλήθεια είναι ότι οι επιστήμονες βρήκαν μικρές συγκεντρώσεις DDΤ στα επιφανειακά μας νερά.

Το στοιχείο αυτό όμως δεν είναι εφησυχαστικό, καθώς τα υπολείμματα τού DDΤ ανιχνεύθηκαν στα ιζήματα του βυθού. Εκεί δηλαδή όπου τριγυρίζουν ψάρια όπως η πέστροφα και ο κυπρίνος για να βρουν φαγητό. Όπως μάλιστα επισημαίνουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, τα υπολείμματα των εντομοκτόνων αυτών- ακόμη και αν ανιχνεύονται σε μικρές συγκεντρώσεις - θα πρέπει να μελετηθούν επαρκέστερα ώστε να εκτιμηθεί η δράση τους ως καρκινογόνος καθώς και η ικανότητά τους να συσσωρεύονται στον λιπώδη ιστό οργανισμών με άμεση συνέπεια για τον άνθρωπο.

Διασυνοριακή ρύπανση
Ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Ιωάννης Κωνσταντίνου λέει στα «ΝΕΑ» ότι «σε ποταμούς και λίμνες της Βόρειας Ελλάδας εξακολουθούν να ανιχνεύονται απαγορευμένα εντομοκτόνα της γενιάς του DDΤ, λόγω της μεγάλης ανθεκτικότητάς τους αλλά και λόγω της διασυνοριακής ρύπανσης από χώρες όπως η Τουρκία, τα Σκόπια και η Βουλγαρία στις οποίες παράνομη χρήση των εντομοκτόνων αυτών γινόταν για πολλά χρόνια».

Ο ίδιος εξηγεί ότι η χρήση του DDΤ απαγορεύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και έπαψε να χρησιμοποιείται μέχρι το 1974. Δεν είναι όμως γνωστό αν η απαγόρευση αυτή ίσχυσε ταυτόχρονα και για τις γειτονικές χώρες ή αν υπήρχαν αποθέματα παρεμφερών ζιζανιοκτόνων που εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκτός όμως από το DDΤ, η εμπεριστατωμένη έρευνα των ειδικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων αποκάλυψε ότι τα επιφανειακά νερά της χώρας μας έχουν «προσβληθεί» και από υπολείμματα ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων νεώτερης γενιάς, που χρησιμοποιούνταν από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως το 2006 και τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν σε επικινδυνότητα τα διεθνώς αποδεκτά όρια. Φαινόμενο που παρατηρείται και σε άλλες χώρες της Μεσογείου.

Τα όρια επικινδυνότητας
Για παράδειγμα, ένα κοινώς αποδεκτό όριο επικινδυνότητας για υπολείμματα φυτοφαρμάκων σε επιφανειακά νερά θεωρούνται - ανάλογα βέβαια και με τη χημική σύσταση του προϊόντος- τα 0,5 μικρογραμμάρια ανά λίτρο νερού έως και το 1 μικρογραμμάριο ανά λίτρο νερού. Στην Ελλάδα σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως δε κατά την περίοδο Μαΐου - Ιουλίου που γίνονται οι ψεκασμοί, η συγκέντρωση των φυτοφαρμάκων αγγίζει ακόμη και τα 2 μικρογραμμάρια ανά λίτρο νερού σε ποταμούς που γειτνιάζουν με περιοχές εντατικής γεωργίας όπως ο Αξιός, ο Λουδίας, ο Αλιάκμονας, ο Ευρώτας.

ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΚΑΡΚΙΝΟΥ
Το φυτοφάρμακο DDΤ ήταν τόσο ισχυρό παρασιτοκτόνο, ώστε είχε ενοχοποιηθεί τη δεκαετία του 1970 και για την πρόκληση καρκίνου

Κίνδυνος για το πλαγκτόν και τα ψάρια

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων που πραγματοποίησαν ανασκόπηση των επιπέδων των συγκεντρώσεων των φυτοφαρμάκων για μια 20ετία μέχρι και το 2006, διαπίστωσαν ότι οι ενώσεις που ανιχνεύονται συχνότερα στα επιφανειακά ύδατα ανήκουν στα ζιζανιοκτόνα (atrazine, simazine, metolachlor, alachlor) και στα εντομοκτόνα (diazinon, carbofuran, parathion, endosulfan, lindane).

Μπορεί βέβαια κάποια από τα φυτοφάρμακα αυτά να μη χρησιμοποιούνται πια και τα υπολείμματά τους να εξακολουθούν να υπάρχουν στα νερά των λιμνών και των ποταμών. Οι ειδικοί παρατηρούν ότι τα ζιζανιοκτόνα εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τοξικές επιπτώσεις στα φύκια ενώ τα εντομοκτόνα παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για το ζωοπλαγκτόν και τα ψάρια. Αυτό πάντως που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι σύμφωνα με τους ειδικούς για αρκετά από τα επιφανειακά ύδατα της Ελλάδας υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία ενώ σε άλλα δεν γίνεται συστηματική παρακολούθησή τους.

Η ερευνητική εργασία των ειδικών του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων είχε σκοπό να αποτυπώσει τη ρύπανση των επιφανειακών υδάτων της Ελλάδας από υπολείμματα παρασιτοκτόνων.

Ουσιαστικά επρόκειτο για μια ανασκόπηση των συγκεντρώσεων των φυτοφαρμάκων που παρατηρούνται σε λίμνες και ποτάμια, από το 1986 μέχρι και το 2006. Στην ίδια έρευνα, γινόταν επίσης μια προσπάθεια να εκτιμηθούν οι τοξικολογικές ιδιότητες αυτών των φυτοφαρμάκων και βεβαίως οι επιδράσεις που μπορεί να έχουν στο περιβάλλον και κατ΄ επέκταση στον άνθρωπο.