Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Αλχημιστές και μέταλλα, οι λέξεις της Χημείας


Εκτός από μάθημα στο γυμνάσιο και το λύκειο, βαρετό για μερικούς και ενδιαφέρον, ίσως και συναρπαστικό, για άλλους, η χημεία, μια επιστήμη συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή μας, έχει επίσης πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Στο σημερινό μας σημείωμα, βέβαια, δεν θα σας ταλαιπωρήσω με χημικούς τύπους και αντιδράσεις, που άλλωστε δεν θυμάμαι και πολλούς, για να πω τη μαύρη αλήθεια, ύστερα από τόσα χρόνια μακριά από τα θρανία, αλλά θα εξετάσω λεξιλογικά το θέμα, θα μιλήσουμε δηλαδή για τις λέξεις της χημείας.

Και επειδή αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις, επιβάλλεται να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας από την ίδια τη λέξη «χημεία». Το κακό όμως είναι ότι η ετυμολογία της λέξης δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο θα θέλαμε. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η αρχή βρίσκεται στο τοπωνύμιο Χημία δηλαδή την Αίγυπτο (η λέξη απαντά στον Πλούταρχο), που αποτελεί εξελληνισμό της κοπτικής λέξης kem (μαύρος, επειδή η γη της Αιγύπτου είναι μαύρη και εύφορη). Ωστόσο, επικρατέστερη φαίνεται η άποψη ότι η αρχή βρίσκεται στη λ. χυμός ή χύμα (υγρό). Πράγματι, οι πρώτες ενασχολήσεις των «χυμευτών» αφορούσαν τη φαρμακευτική και τους χυμούς ή τα αφεψήματα φυτών, και στα πρωτοβυζαντινά κείμενα βρίσκουμε πράγματι τη γραφή χυμεία. Στη συνέχεια, έγιναν διάσημοι οι Αλεξανδρινοί αλχημιστές, που αναζητούσαν τον τρόπο να συνθέτουν χρυσό και άργυρο, με αποτέλεσμα να συμφυρθεί η χυμεία με την Χημία και να επικρατήσει τελικά η γραφή χημεία, με σημασία την προσπάθεια κατασκευής χρυσού. Όπως λέει και το βυζαντινό λεξικό Σούδα, Χημεία είναι «η του αργύρου και χρυσού κατασκευή, ής τα βιβλία διερευνησάμενος ο Διοκλητιανός έκαυσεν», θυμίζοντάς μας ότι ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, γύρω στο 300 μ.Χ. κυνήγησε τους αλχημιστές της Αιγύπτου.


Διότι είναι γεγονός ότι οι αλχημιστές της Αιγύπτου, με κορυφαίο τον Ζώσιμο τον Πανοπολίτη είχαν από τον 3ο κιόλας αιώνα αναπτύξει τη χημεία, ή, όπως λέει ο ίδιος ο Ζώσιμος, «την ιεράν και θείαν τέχνην της του χρυσού και αργύρου ποιήσεως». Όταν κυριεύουν την Αίγυπτο οι Άραβες, δανείζονται τις γνώσεις των Αλεξανδρινών μαζί και τη λέξη. Τώρα, η σκυτάλη της επιστημονικής πρωτοπορίας περνάει στους Άραβες, που ονομάζουν kimiya τη φιλοσοφική λίθο αλλά και την τέχνη της αναζήτησής της. Η λέξη, μαζί με το αραβικό άρθρο, al-kimiya, περνάει στα μεσαιωνικά λατινικά, alchimia, και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (alchemy, alchimie, κτλ.) απ’ όπου επέστρεψε και στα ελληνικά ως αντιδάνειο. Βέβαια, όταν με τον καιρό αναπτύχθηκε η επιστήμη της χημείας, η αλχημεία έμεινε να σημαίνει τις αναζητήσεις των αλχημιστών, ενώ στη νεότερη χρήση έχει πάρει (συνήθως στον πληθυντικό) τη σημασία του συνδυασμού ετερόκλητων στοιχείων με ανορθόδοξο τρόπο, με σκοπό την παραπλάνηση, όπως λ.χ. όταν η ΓΣΕΕ κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσπαθεί «με στατιστικές αλχημείες» να εμφανίσει μειωμένη την ανεργία.

Οι αλχημιστές προσπαθούσαν να φτιάξουν χρυσάφι και η λέξη χρυσός είναι βέβαια αρχαία, αφού έχει καταγραφεί και στα μυκηναϊκά ακόμα, θεωρείται δε σημιτικό δάνειο (π.χ. hurasu στα ακκαδικά). Στη λαϊκή γλώσσα λέμε μάλαμα, το οποίο προέρχεται από το ελληνιστικό μάλαγμα, από το ρήμα μαλάσσω. Μάλαγμα στην ελληνιστική ιατρική ήταν το έμπλαστρο, που φαίνεται να έχει ελάχιστη σχέση με το χρυσάφι, αλλά ήταν επίσης και το αμάλγαμα, οι ενώσεις δηλαδή του υδραργύρου. Ο Ζώσιμος, ο αλχημιστής που ανέφερα πιο πάνω, αναφέρει σε πολλές συνταγές του τα μαλάγματα. Φαίνεται μάλιστα ότι από αυτό το μάλαγμα, ενδεχομένως μέσω των συριακών, προήλθε το αραβικό al-malgham, το οποίο έδωσε το μεσαιωνικό λατινικό amalgama, που πέρασε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και επανήλθε και στα ελληνικά ως αντιδάνειο, αμάλγαμα. Να πω ότι δεν συμφωνούν όλα τα ετυμολογικά λεξικά μ’ αυτή την ετυμολογία, ίσως επειδή δεν έχουν πάρει υπόψη τους τον Ζώσιμο.

Στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, ο χρυσός λέγεται aurum στα λατινικά, απ’ όπου το γαλλικό or (ιταλικό-ισπανικό oro), ενώ στα αγγλικά και στα γερμανικά είναι gold. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, η προέλευση της λέξης είναι από το κίτρινο χρώμα. Στις σλαβικές γλώσσες, είναι ζλοτ ή ζολότο ή κάτι ανάλογο, λέξη που τη βρίσκουμε στο όνομα του πολωνικού νομίσματος ζλότι και στο δικό μας επώνυμο Ζολώτας.

Το μικρό αδερφάκι του χρυσού είναι ο άργυρος. Η λέξη άργυρος, όπως και η λατινική argentum ανάγονται σε ινδοευρωπαϊκή ρίζα που σημαίνει το λευκό, το φωτεινό (αργός στα αρχαία σήμαινε λευκός, στιλπνός). Εμείς όμως δεν λέμε μόνο άργυρος, θα μου πείτε, λέμε και «ασήμι». Το ασήμι ήταν ο άσημος άργυρος, δηλαδή ο όχι και πολύ καθαρός, που δεν είχε πάνω την επίσημη σφραγίδα κι έτσι δεν χρησιμοποιόταν για να κοπούν νομίσματα (που έπρεπε να έχουν μια ορισμένη καθαρότητα) αλλά για ασημένια σκεύη. Με τον καιρό, από το άσημος άργυρος το ουσιαστικό ξέπεσε και το επίθετο έγινε ουσιαστικό και υποκορίστηκε, κι έτσι έχουμε το ασήμιον.

Στα ισπανικά, το ασήμι λέγεται plata. Πρόκειται για λέξη ελληνικής αρχής, που έδωσε ένα ακόμα αντιδάνειο στα ελληνικά. Η αρχή βρίσκεται στη λέξη πλατύς, που τη δανείστηκαν τα λατινικά και προέκυψε ο υστερολατινικός τύπος plata που σήμαινε «πλάκα από μέταλλο»· στα ισπανικά το plata πήρε την ειδικότερη σημασία της ασημένιας πλάκας, και μετά του ασημιού γενικώς. Έφτασε λοιπόν plata να σημαίνει ασήμι στα ισπανικά. Στα τέλη του 17ου αιώνα, ισπανοί κονκισταδόρες εισέβαλαν στην περιοχή Τσοκό στη σημερινή Κολομβία.
Στον ποταμό Πίντο, παραπόταμο του Σαν Χουάν, βρήκαν στην κοίτη του ποταμού, μαζί με τα ψήγματα χρυσού, κάτι γκρίζες μεταλλικές χάντρες που ήταν αδύνατο να τις κατεργαστούν με όποιον τρόπο κι αν προσπαθούσαν.
Οι ιθαγενείς της περιοχής, όταν έβρισκαν τις δύστροπες αυτές μπαλίτσες, τις ξανάριχναν στο ποτάμι πιστεύοντας ότι θα ωριμάσουν και θα γίνουν χρυσάφι. Οι ισπανοί ονόμασαν το άγνωστο μέταλλο ‘platina de Pinto’, ασημάκι του Πίντο θα λέγαμε. Όπως θα καταλάβατε, το «ασημάκι» δεν ήταν ασήμι αλλά ένα νέο μέταλλο, αυτό που σήμερα λέμε στην καθομιλουμένη «πλατίνα».
Βέβαια, οι λόγιοί μας δεν μπορούσαν να καταδεχτούν ένα χυδαίο όνομα, οπότε έπλασαν (ή μάλλον δανείστηκαν) το «λευκόχρυσος». Η ειρωνεία είναι ότι όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες χρησιμοποιούν κάποια παραλλαγή του platina, που έχει απώτερη ελληνική αρχή, και μόνο τα ελληνικά χρησιμοποιούν διαφορετική λέξη!

Μια και είπαμε για τον χρυσό και για τον άργυρο, η ιεραρχία των μεταλλίων απαιτεί να μιλήσουμε για τον χαλκό. Ο χαλκός λοιπόν, λέξη αρχαία ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή (ka-ko στη γραμμική Β’ της Πύλου), που πιθανόν να είναι πανάρχαιο δάνειο από άγνωστη γλώσσα, στην αρχαιότητα δεν σήμαινε μόνο τον χαλκό, αλλά και το κράμα του με τον ψευδάργυρο, τον μπρούντζο δηλαδή, αλλά και όλα τα μέταλλα, μερικές φορές ακόμα και τον σίδηρο.
Χαλκός υπήρχε άφθονος στην Κύπρο και από τη φράση Κύπριος χαλκός, που πέρασε στα λατινικά ως cuprum, και από εκεί είναι τα copper, cuivre κτλ. πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών. Στα τούρκικα, ο χαλκός είναι bakιr, λέξη που τη δανειστήκαμε (όπως και οι αλβανοί, οι βούλγαροι και οι σέρβοι) και λέμε μπακίρια τα χάλκινα μαγειρικά σκεύη, τα χαλκώματα.

Και μετά το χαλκό, ο σίδηρος, ο οποίος φαίνεται πως ήταν άγνωστος στους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Στην αρχαιότητα, ο σίδηρος είναι σπάνιο και πολύτιμο μέταλλο, χρησιμοποιείται μόνο για όπλα και εργαλεία –ενώ για σκεύη και άλλες κοινές χρήσεις ο χαλκός. Η ετυμολογία της λέξης είναι άγνωστη, ενώ το λατινικό ferrum φαίνεται να είναι ανατολικό δάνειο. Όμως, η κατεργασία του σιδήρου έμελλε να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στα επόμενα χρόνια, και η τεράστια σημασία της φαίνεται έμμεσα από τη συχνότητα των επωνύμων που σημαίνουν τον σιδερά. Δεν είναι τυχαίο ότι το Smith είναι το συχνότερο επώνυμο στην αγγλική γλώσσα, ενώ πολύ συχνό είναι και το γερμανικό Schmidt, αλλά και τα άλλα ξαδερφάκια σε άλλες γλώσσες: το ιταλικό Ferrari και οι παραλλαγές του, το ισπανικό Herrera, το πορτογαλικό Ferreira, το ουγγρικό Κόβατς που έχει περάσει και στα σέρβικα (Κοβάτσεβιτς κτλ.), το ρωσικό Κοβάλεφ (Πολωνικό Κοβάλσκι), το αραβικό Χαντάντ. Όλα αυτά σημαίνουν τον σιδερά. Στα ελληνικά δεν πρέπει να σκεφτούμε μόνο το επώνυμο Σιδεράς, που δεν είναι και πολύ συχνό, αλλά και όλα τα τουρκογενή: Δεμερτζής, Δερμιτζάκης, Δερμεντζόγλου και άλλα πολλά. Demirci είναι άλλωστε ο σιδεράς στα τούρκικα.

Τον υδράργυρο τον αναφέραμε παρεμπιπτόντως παραπάνω, ας πούμε εδώ μερικά ακόμα πράγματα να μη μένει παραπονεμένος. Η ελληνική του ονομασία περιγράφει με ακρίβεια τα βασικά χαρακτηριστικά του, καθώς μοιάζει με υγρό άργυρο. Παρόμοια ονομάζεται και στα γερμανικά Quecksilber, ζωντανός άργυρος. Στις ρωμανικές γλώσσες όμως και στα αγγλικά ο υδράργυρος λέγεται mercury, mercure κτλ., λέξεις που παραπέμπουν στον Mercurius, το λατινικό αντίστοιχο του θεού Ερμή. Φαίνεται ότι η ευκινησία του μετάλλου παρομοιάστηκε με τη σβελτάδα του αγγελιοφόρου των θεών του Ολύμπου.
Στην καθημερινότητά μας, ο υδράργυρος ήταν ταυτισμένος με τα θερμόμετρα που χρησιμοποιούσαμε για να μετράμε τον πυρετό μας. Απ’ ό,τι μαθαίνω, τα θερμόμετρα υδραργύρου πρόκειται να εξαφανιστούν σε λίγα χρόνια, αφού έχουν ήδη αποσυρθεί από την αγορά στην Ευρώπη, αλλά θα μείνουν στη γλώσσα, σε εκφράσεις όπως ο υδράργυρος ανεβαίνει.

Ένα άλλο μέταλλο που ήταν γνωστό από τα πολύ παλιά χρόνια είναι ο κασσίτερος, λέξη που υπάρχει ήδη στον Όμηρο. Οι αρχαίοι τον προμηθεύονταν από τις Κασσιτερίδες νήσους (που ίσως είναι οι βρετανικές νήσοι). Το ελληνικό όνομα έχει περάσει στα αραβικά (κασντίρ) και σε μερικές βαλκανικές γλώσσες. Στα τουρκικά, ο κασσίτερος είναι kalay, λέξη που τη δανειστήκαμε (καλάι) αλλά εμείς τη χρησιμοποιούμε για κράμα κασσιτέρου-μολύβδου που χρησιμεύει για συγκολλητικό μετάλλων.

Και θα κλείσουμε με ένα ακόμα μέταλλο που το ξέρει ο άνθρωπος από πολύ παλιά, τον μόλυβδο. Στα αρχαία υπάρχει και παράλληλος τύπος μόλιβος, ήδη στον Όμηρο. Κατά την επικρατέστερη άποψη, τόσο ο μόλυβδος όσο και το λατινικό plumbum είναι παράλληλα δάνεια από κάποια μεσογειακή γλώσσα.
Ο μόλυβδος έχει το μεγαλύτερο ειδικό βάρος από τα περισσότερα μέταλλα (αν και ο χρυσός και ο υδράργυρος έχουν περισσότερο) γι’ αυτό και στη λαϊκή χρήση το μολύβι έγινε συνώνυμο του μεγάλου βάρους. Μολύβι λέγεται και το βλήμα του πυροβόλου όπλου, το βόλι, γιατί μόλυβδο χρησιμοποιούσαν για να τα φτιάξουν, λέγεται όμως και το αντικείμενο με το οποίο γράφουμε, έστω κι αν δεν χρησιμοποιεί μόλυβδο αλλά μια ράβδο από γραφίτη. Και μιλώντας για μολύβι και για γράψιμο, συνειδητοποιώ ότι έγραψα πολλά κι όμως δεν κάλυψα παρά ελάχιστα από τα χημικά στοιχεία. Ανανεώνω το ραντεβού λοιπόν για κάποιο επόμενο τεύχος, διότι η χημεία έχει κι άλλα μυστικά να μας αποκαλύψει!
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ: Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Από το τεφτέρι του παλαίμαχου χημικού, συνταγές για καλά πειράματα.


Από παλιές σημειώσεις πειραμάτων Χημείας του παλιού καλού χημικού Θεόδωρου Παπαζήση, από το χωριό Κωστήτσι των Κατσανοχωρίων του Νομού Ιωαννίνων.
Χρόνια και χρόνια ο κυρ Θόδωρος έφτιαξε (δίδαξε) γερά σκαριά στο εξατάξιο Γυμνάσιο της Ζωσιμαίας. Γεννιές και γεννιές επιστημόνων "βγήκαν" από τα χέρια του, αλλά όπως συνήθως ποιός θυμάται τώρα το γέρο δάσκαλο της Χημείας - Φυσικής;
Τον θυμάμαι (σαν μαθητής - 1969) στις εκδρομές στη Δροσιά να απολαμβάνει αποτραβηγμένος κάπου, τον ήλιο. Τότε η Δροσιά ήταν λειβάδια, άχτιστη!
Ακριβοδίκαιος στην προφορική εξέταση με έναν πρωτότυπο τρόπο που είχε εφεύρει, ώστε οι μαθητές να διαβάζουν κάθε μέρα, ονομαστές οι ασκήσεις Χημείας - Φυσικής κανόνια που έστηνε - αν τις έλυναν πάνω από το 10% των μαθητών, το θεωρούσε αποτυχία του, ή υποπτεύοταν διαρροή!
Πάντα το πείραμα με τον μπακλαβά για την ανίχνευση της γλυκόζης, αλλά και τίποτε "μπαρουτάκια" στις απόκριες δεν έλεγε όχι.
Κάποτε πήγε ένας μαθητής ζήτησε λίγο ΚΝΟ3, ύστερα ένας άλλος ζήτησε λίγο θειάφι, ε στον τρίτο που πήγε, του είπε ο ίδιος αυτό που πήγε να ζητήσει....
Τμήματα μεγάλα με 50, 60 μαθητές, μεγάλο ωράριο 30, 35 ώρες (και τα Σάββατα).
Αργότερα, το 1980, τον βρήκα Γυμνασιάρχη στο Καλέντζι στα Κατσανοχώρια. Μόλις ήρθε, αμέσως να συναρμολογήσει μια συσκευή παρασκευής αερίων. Συνταξιοδοτήθηκε από το Γυμνάσιο Πεδινής με το βαθμό του Γυμνασιάρχη, αφήνοντας τις καλύτερες αναμνήσεις σε παλιούς του μαθητές που τον γνώρισαν πλέον σαν συνάδελφο, χώρια τα κάπως ριψοκίνδυνα πειράματα στην αυλή του Γυμνασίου Πεδινής.
Τώρα σαν τον Κινγκινάτο στο χωριό του, στο Κωστήτσι...


Παρασκευή υδρογόνου: Επίδραση αραιών διαλυμάτων οξέων, μη οξειδωτικών, σε ψευδάργυρο Zn, ή σίδηρο Fe.
Ανεκαλύφθη από τον Gavendish. Ο Lavosier το έτος 1783 το ωνόμασεν υδρογόνον, επειδή με το οξυγόνον σχηματίζει ύδωρ (ύδωρ γεννάν)
Είναι αέριον άχρουν, άοσμον, ελάχιστα διαλυτόν εις το ύδωρ. Είναι το ελαφρότερον εκ των αερίων. Καίεται εις τον αέρα με φλόγα αλαμπή αλλά λίαν θερμαντικήν με προϊόν υδρατμούς. Μίγμα 2 όγκων Η2 και 1 όγκου Ο2 αναφλεγόμενον εκρήγνυται. Το μίγμα τούτο καλείται κροτούν αέριον.


Παρασκευή οξυγόνου: Επίδραση ελάχιστου KMnO4 σε υπεροξείδιο του υδρογόνου H2O2. Καταλυτική διάσπαση του Η2Ο2 με πυρολουσίτη MnO2.
Είναι δραστικώτατον στοιχείον. Ενούται με όλα σχεδόν τα στοιχεία, τα οποία μετατρέπει σε οξέιδια. Οξειδώνει πλήθος χημικών ενώσεων.


Παρασκευή χλώριου: Χλωρίνη και υδροχλώριο.
Το χλώριο είναι αέριο κιτρινοπράσινο, οσμής δριμείας και πνιγηράς. Εισπνεόμενο προσβάλλει δριμύτατα τα αναπνευστικά όργανα, προκαλεί βήχα, αιμοπτύσεις. Εχρησιμοποιήθη υπό των Γερμανών κατά τον Α παγκόσμιον πόλεμον.
Είναι ισχυρόν οξειδωτικόν μέσον.


Παρασκευή υδροχλωρίου: Θέρμανση μίγματος πυκνού θειϊκού οξέος και χλωριούχου νατρίου. Το εκλυόμενο υδροχλώριον συλλέγεται εις κενόν δοχείον δι' εκτοπίσεως του αέρος. Εάν όμως διοχετευθεί εις δοχείον περιέχον ύδωρ, διαλύεται εις αυτό σχηματίζον υδροχλωρικόν οξύ.
Το αέριο υδροχλώριον είναι άχρουν, δηκτικής οσμής. Λίαν διαλυτό εις το ύδωρ, βλέπε πείραμα πίδακος.

Παρασκευή αμμωνίας: Διά συνθερμάνσεως χλωριούχου αμμωνίου με υδροξείδιον ή οξείδιον του ασβεστίου.
Η αμμωνία συμπεριφέρεται ως ασθενής βάσις και ως ήπιον αναγικόν μέσον.
Διαλύεται αφθόνως εις το ύδωρ.
Ανιχνεύεται εκ των λευκών ατμών NH4Cl, οι οποίοι δημιουργούνται όατν αύτη έλθη εις επαφήν με τους ατμούς πυκνού διαλύματος HCl.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Ο δείκτης του κόκκινου λάχανου, ο πιο εύχρηστος και φτηνός δείκτης πανπεχά.

Ο δείκτης που περιέχεται στο ζουμί από βρασμένο κόκκινο λάχανο, καλύπτει όλη την περιοχή του pH (0-14) είναι ένας δείκτης πανπεχά.
Στο φυσιλογικό του χρώμα (μπλε) το pH είναι περίπου 7.
Αρχίζοντας από αριστερά στην
ΟΞΙΝΗ ΠΕΡΙΟΧΗ:
το κόκκινο χρώμα αντιστοιχεί σε pH 0-3
το πιο ανοικτό κόκκινο αντιστοχεί σε 3-6
Το δικό του μπλέ χρώμα κάτι μεταξύ 6-8
Στη ΒΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ:
το πράσινο χρώμα αντιστοιχεί σε 8-11
το κίτρινο χρώμα αντιστοιχεί σε 11-12
το βαθύ κίτρινο αντιστοιχεί σε 12-14