Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Σαν έπαιρναν την πρώτη χόχλη τα τσίπρα ...


Γράφει ο Γεώργιος Φλώρος στο ένθετο «επτά ημέρες» της Καθημερινής (Κυριακή 22 Μαΐου 2005)
Εκείνο τον καιρό σαν μέσιαζε ο Αη Δημήτρης με τα πρωτοβρόχια του, οι κάτω μαχαλάδες του χωριού μας τις νύχτες έπαιρναν ζωντάνια. Εκεί, αλάργα και απόμερα από το μεσοχώρι, στα χωράφια και σιμά στ’ αυλάκια που διάβαινε το νερό, στήνονταν σκηνικό νυχτερινής λαθραίας απόσταξης.
Η νόμιμη απόσταξη στοίχιζε ακριβά, καθώς η εξουσία αξίωνε το μερτικό της σε φόρο. Παράλογη απαίτηση από κείνους που πάλευαν να γεμίσουν όλο κι όλο μια νταμτζάνα τσίπουρο, για να ξεχειμωνιάσει η φαμελιά τους και όχι για εμπόριο. Κίντυνος για προδοσιά δε φτούραγε, αφού όλοι οι συγχωριανοί μας για ένα μήνα παρανομούσαν. Τη μέρα δεν ξαποφάσιζε κανένας να βγάλει τσίπουρο μήτε στο μακρινότερο λαγκάδι. Τον πρόδωνε ο καπνός της φωτιάς και η μυρωδιά της σιαμούτας. Έτσι και πιάνονταν ο παραβάτης, πέρα από το πρόστιμο και την κατάσχεση (του ρακοκάζανου και του λουλά που κόστιζαν μια περιουσία), υποχρεωνόταν με τη συνοδεία της εξουσίας να κουβαλήσει στη ράχη του τα σύνεργα, από το χωριό ίσαμε την Άγναντα στο Ειρηνοδικείο.
Όλο κι όλο το συγκυριό, τέσσερα λιθάρια για πυροστιά. Πάνω τους απιθωμένο το ρακοκάζανο. Σαν το γιόμωναν με τσίπρα, το κούπωναν και σφράγιζαν τις ραφές με ρετζοπάνια ποτισμένα  με λάσπη από στάχτη για να μην παίρνει ανάσα και χάνεται το σπίρτο (οινόπνευμα).
Το νερό από τ’ αυλάκι, απ’ τη μια μεριά γιόμωνε την κουρίτα κι από την άλλη έφευγε λεύτερο για το λαγκάδι. Όλο το βράδυ κράταγε κρύο το λουλά, που φασκιωμένος με λινάτσα ήταν βαφτισμένος στην κουρίτα.
Ο λουλάς προέκταση του καπακιού, δέχονταν τους ατμούς που ‘ρχονταν απ’ τα σωθικά του ρακοκάζανου και τους κρύωνε σε στάλες. Στη γούλη του έδεναν κλωστή σπάγκου, για να βρίσκουν το δρόμο τους για τη νταμτζάνα οι σταλαματιές του τσίπουρου.
Σαν έπαιρναν την πρώτη χόχλη τα τσίπρα, αμπούριαζε ο λουλάς και έτρεχαν από τον σπάγγο οι πρώτες σταλαματιές, το «πρωτοστάλαμα». Σκέτο σπίρτο δεν γλωσσιάζονταν. Ήταν χρειαζούμενο σαν γιατρικό για εντριβές και «κούπες»  τον χειμώνα.
Ακολούθαγε το τσίπουρο. Η ποιότητά του, όπως και του κρασιού, είχε να κάνει με την καλή ή την άσχημη χρονιά, με το σόι του σταφυλιού, το άργασμα (ζύμωση) των τσίπρων και τη μαστοριά του βγάλτη.
Ο βγάλτης αδιάκοπα άδραζε το ρακογυάλι. Το γιόμωνε από τον λουλά, το χούφτιαζε στις παλάμες του και το χτύπαγε με δύναμη στο γόνατό του και μέτραγε τον άλυσο (φυσαλίδες). Σαν άρχιζε να  αραιώνει ο άλυσος σκόρπαγε τη φωτιά και σταμάταγε την απόσταξη. Από ‘κει και ύστερα έβγαζε σιαμούτα, τσίπουρο αλαφρύ και με βαριά μυρωδιά.
Στα Τζουμέρκα εκείνα τα χρόνια τα χωριά ήταν γεμάτα ζωή και ας μην είχε φτάσει ακόμα εκεί το «ληχτρικό» ράδιο και τηλεόραση. Συγγενείς, φίλοι και γειτόνοι μαζεύονταν αντάμα, παρεούλες στα σπίτια τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Στα γιορτάσια και στον χαμό ακόμα. Στις χαρές, εκεί περαστά στη φωτιά του τζακιού, με ντόπια καρύδια και πασμάδες (ξερά σύκα με μέλι), το τσίπουρο λεφτέρωνε τις ψυχές τους από τις έννοιες και τις πίκρες της ζωής και έστηναν γλέντι τρικούβερτο. Στον χαμό, το τσίπουρο γίνονταν βάλσαμο στις λυπημένες ψυχές.
Σαν διάβηκαν τα χρόνια, λιγοστός ο τόπος, οι άνθρωποι πολλοί, δεν χώραγαν όλοι. Έτσι σκορπίστηκαν στα τρία ανέμια να καζαντίσουν. Στα κατώγια των σπιτιών δεν βλέπεις πλέον τον τάλαρο (κάδος) γιομάτο με τσίπρα από σταφύλια. Λιγοστοί μερακλήδες που απόμειναν στα χωριά βγάζουν τσίπουρο από σταφύλια του εμπορίου και σπάνια από δικά τους. Η απόσταξη γίνεται ανενόχλητα μέσα στα σπίτια, που είναι άφθονο το νερό. Δεν έχει τη γραφικότητα του τότε, ούτε τη γλύκα της αθώας παρανομίας.
Το σημερινό τσίπουρο αισθανόμαστε πως δεν έχει τη γεύση του τότε. Να ‘ναι στ’ αλήθεια έτσι ή από το διάβα του χρόνου να ΄χουμε την ψευδαίσθηση εμείς που τότε το γευτήκαμε στο ρακογυάλι από τη γούλη του  λουλά, εκεί στην ξερολιθιά;  
(Ο Γιώργος Φλώρος κατάγεται από το χωριό Κτιστάδες των Τζουμέρκων. Είναι συνταξιούχος διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας. Ασχολείται από χρόνια με τη λαογραφία και τη ζωγραφική)    
ΣΧΕΤΙΚΑ : 1) Αποστάζω τσίπουρο στο εργαστήριο
2) Και μια και δυό,  τσε τρεις ρακές!